ΜΑΣ ΔΟΚΙΜΑΣΑΝ

Φρούτα, λαχανικά μάς προστατεύουν από το στρες

tromekala

Τρία φρούτα και δύο σαλάτες την ημέρα μπορεί να είναι ό,τι χρειαζόμαστε για να θέσουμε υπό έλεγχο το στρες, αναφέρουν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ.

Σε μελέτη που πραγματοποίησαν με περισσότερους από 60.000 εθελοντές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως όσο περισσότερα φρούτα, λαχανικά ή και τα δύο έτρωγαν, τόσο πιο προστατευμένοι ήταν από το στρες και την καταθλιπτική διάθεση.

Τα νέα ευρήματα, που δημοσιεύονται στην επιθεώρηση BMJ Open, επιβεβαιώνουν εκείνα προγενέστερων μελετών που είχαν δείξει ότι οι κάθε είδους σαλάτες κάνουν καλό στην ψυχική υγεία.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι το όφελος αυτό οφείλεται στις βιταμίνες, τα ιχνοστοιχεία και τα διάφορα φυτοχημικά συστατικά που επιδρούν ευεργετικά στον εγκέφαλο.

Όπως εξηγούν οι επιστήμονες στο άρθρο τους, η μελέτη τους πραγματοποιήθηκε σε 60.404 άνδρες και γυναίκες από την Αυστραλία, οι οποίοι είχαν ηλικία άνω των 45 ετών κατά την έναρξή της.

Οι ερευνητές αξιολόγησαν την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, τον τρόπο ζωής και την ψυχολογική διάθεσή τους δύο φορές (την περίοδο 2006-2008 και το 2010).

Όπως διαπίστωσαν, όσοι εθελοντές έτρωγαν καθημερινά 3-4 μικρομερίδες λαχανικών είχαν 12% λιγότερες πιθανότητες να αναφέρουν έντονο στρες, σε σύγκριση με όσους δεν έτρωγαν καθόλου ή έτρωγαν ελάχιστα λαχανικά.

Αντίστοιχα, όσοι έτρωγαν 5-7 μικρομερίδες φρούτων και λαχανικών είχαν 14% μικρότερο κίνδυνο στρες, σε σύγκριση με όσους έτρωγαν λιγότερες από 4 μικρομερίδες ημερησίως.

Μία μικρομερίδα λαχανικών αντιστοιχεί σε 100 γραμμάρια τροφίμου, ενώ μία μικρομερίδα φρούτων μπορεί να αντιστοιχεί σε ένα μικρό μήλο ή σε ένα μικρό πορτοκάλι ή σε ένα αχλάδι ή σε μισή μπανάνα ή σε ένα μανταρίνι ή σε ένα ροδάκινο κ.λπ.

Η ευεργετική δράση των φρούτων και των λαχανικών ήταν πιο ισχυρή στις γυναίκες. Όσες εθελόντριες έτρωγαν 3-4 μικρομερίδες λαχανικών την ημέρα είχαν 18% μικρότερο κίνδυνο έντονου στρες, όσες έτρωγαν 2 μικρομερίδες φρούτων είχαν 16% μικρότερο κίνδυνο στρες και όσες έτρωγαν 5-7 μικρομερίδες φρούτων και λαχανικών είχαν 23% λιγότερες πιθανότητες στρες.

«Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι η μέτρια αλλά καθημερινή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών σχετίζεται με χαμηλότερα ποσοστό ψυχολογικού στρες», δήλωσε η δρ Μέλοντι Ντινγκ, από τη Σχολή Δημοσίας Υγείας του Πανεπιστημίου του Σύδνεϋ.

Πηγή : Web Only

Advertisements

Γιατί δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τα λιποκύτταρα

tromekala

Εχετε αναρωτηθεί ποτέ αν υπάρχει τρόπος να απαλλαγούμε από τα λιπώδη κύτταρα του σώματος, στα οποία αποθηκεύεται το περίσσιο σωματικό λίπος; Η απάντηση ως φαίνεται είναι αρνητική, διότι ο αριθμός τους μεταβάλλεται μόνο προς μία κατεύθυνση: προς τα πάνω.

Οπως αναφέρει η εφημερίδα «New York Times», τα λιπώδη κύτταρα (ή λιποκύτταρα) αυξάνονται κατά την παιδική ηλικία και την εφηβεία ακολουθώντας την ανάπτυξη του οργανισμού, ενώ γενικώς σταθεροποιούνται μετά την ενηλικίωση.

Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι είναι στάσιμα, διότι έχουν την ικανότητα να αλλάζουν εκπληκτικά πολύ το μέγεθός τους, αναλόγως με την αύξηση ή την απώλεια σωματικού βάρους. Οπως, εξάλλου, συμβαίνει με όλα τα σωματικά κύτταρα, έτσι και τα λιποκύτταρα πεθαίνουν όταν ολοκληρώσουν τον κύκλο της ζωής τους.

Ο τελικός αριθμός τους, όμως, παραμένει σταθερός διότι «συνήθως, όταν πεθαίνουν τα παλαιά λιποκύτταρα, αντικαθίστανται από νέα» λέει ο δρ Μάικλ Τζένσεν, καθηγητής Ενδοκρινολογίας και ειδικός σε θέματα παχυσαρκίας στην Κλινική Μάγιο, στο Ρότσεστερ της Μινεσότα.

Ο ρυθμός του κυτταρικού θανάτου και της παραγωγής νέων κυττάρων είναι σχεδόν ίδιος και έτσι σε ετήσια βάση πεθαίνει το περίπου 10% των λιποκυττάρων για να αντικατασταθεί από ανάλογο ποσοστό νέων λιπωδών κυττάρων.

Ακόμα και μεταξύ των ασθενών που υποβάλλονται σε βαριατρικές χειρουργικές επεμβάσεις χάνοντας πάρα πολλά κιλά, ο αριθμός των λιποκυττάρων παραμένει ίδιος, σύμφωνα με αρκετές μελέτες. Οι άνθρωποι αυτοί αδυνατίζουν, όμως, διότι τα λιποκύτταρά τους συρρικνώνονται σημαντικά.

Λιποαναρρόφηση

Απώλεια βάρους, αν και σαφώς μικρότερη, επιτυγχάνεται και με τη λιποαναρρόφηση, με τη βοήθεια της οποίας αφαιρούνται λιποκύτταρα από συγκεκριμένες περιοχές του σώματος για να επιτευχθεί τοπικό αδυνάτισμα. Αν και με τη μέθοδο αυτή μειώνεται τοπικά ο αριθμός των λιποκυττάρων, μελέτες έχουν δείξει ότι τυπικά μέσα σε έναν χρόνο ανακτάται το λίπος που αφαιρέθηκε. Ωστόσο παραμένει άγνωστο αν αυτό οφείλεται στη δημιουργία νέων λιποκυττάρων ή στην αύξηση του μεγέθους των υπαρχόντων.

Το σίγουρο είναι ότι οι παχύσαρκοι διαθέτουν περισσότερα λιποκύτταρα απ’ όσα οι αδύνατοι, ενώ αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι ο αριθμός των λιποκυττάρων τους αυξάνεται όταν ανακτούν το βάρος που χάνουν με δίαιτα ή/και γυμναστική.

«Το γεγονός ότι ο αριθμός των λιποκυττάρων μπορεί να αυξηθεί αλλά όχι να μειωθεί, ως φαίνεται συμβάλλει στην τάση του οργανισμού να ανακτά το χαμένο βάρος έπειτα από το αδυνάτισμα» λέει η δρ Κίρστυ Λ. Σπάλντινγκ, από το Τμήμα Κυτταρικής & Μοριακής Βιολογίας του Ιατρικού Πανεπιστημίου Καρολίνσκα, στη Σουηδία, η οποία προ ετών ανακάλυψε τον κύκλο ζωής και την αντικατάσταση των λιποκυττάρων.

Οι συνέπειες από το αδυνάτισμα

Οπως εξηγεί η δρ Σπάλντινγκ, τα λιποκύτταρα έχουν ως κύριο ρόλο να αποθηκεύουν ενέργεια με τη μορφή λίπους, αλλά εκκρίνουν και πρωτεΐνες και ορμόνες που επηρεάζουν τον μεταβολισμό. Τις λειτουργίες αυτές από ό,τι φαίνεται διαταράσσει το αδυνάτισμα – και μάλιστα με έναν εντελώς απρόσμενο τρόπο.

«Σε έρευνες που κάναμε διαπιστώσαμε ότι μετά το αδυνάτισμα, τα λιποκύτταρα συρρικνώνονται και γίνονται πιο μικρά από εκείνα που διαθέτουν άνθρωποι του ιδίου δείκτη μάζας σώματος, οι οποίοι όμως δεν έχουν αδυνατίσει» λέει.

«Εικάζουμε ότι αυτά τα μικρότερα κύτταρα στέλνουν μηνύματα στον εγκέφαλο που ανοίγουν την όρεξη και διεγείρουν την αποθήκευση λίπους, διότι προσπαθούν να ανακτήσουν το αρχικό τους μέγεθος. Η θεωρία αυτή μπορεί να εξηγεί γιατί είναι τόσο δύσκολο να μην ξαναπαχύνουν οι άνθρωποι που αδυνατίζουν, όση προσπάθεια κι αν καταβάλλουν. Θα χρειασθούν όμως πολλές ακόμα έρευνες έως ότου επιβεβαιωθεί αυτό».

Πηγή : Web Only


Απαραίτητο το πρωινό για την υγεία της καρδιάς

tromekala

Αν θέλετε να διατηρήσετε υγιή την καρδιά σας, πρέπει να πάψετε να παραλείπετε το πρωινό γεύμα και να προγραμματίζετε προσεκτικά τι και πόσο συχνά θα τρώτε, αναφέρει η Αμερικανική Εταιρεία Καρδιάς (ΑΗΑ).

Η AHAδημοσιεύει στην επιθεώρηση Circulation, επιστημονική δήλωση (scientific statement) για τον προγραμματισμό των γευμάτων και τις επιπτώσεις του στην καρδιαγγειακή υγεία, στην οποία αναφέρει πως το πότε και πόσο συχνά τρώμε επηρεάζει τους παράγοντες κινδύνου για έμφραγμα, εγκεφαλικό και άλλα νοσήματα της καρδιάς και των αιμοφόρων αγγείων.

Στο άρθρο που υπογράφουν τα μέλη της Επιτροπής Παχυσαρκίας της ΑΗΑ, οι επιστήμονες εξηγούν ότι υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην κατανάλωση πρωινού και τους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου.

Μελέτες έχουν δείξει πως όσοι τρώνε καθημερινά πρωινό έχουν λιγότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν αυξημένη χοληστερόλη και υπέρταση, ενώ αντιθέτως όσοι το παραλείπουν είναι πιθανότερο να πάσχουν από παχυσαρκία, να έχουν ανεπαρκή διατροφή και να αναπτύξουν διαταραγμένο μεταβολισμό της γλυκόζης (σακχάρου) ή διαβήτη, γράφουν.

«Ο προγραμματισμός των γευμάτων μπορεί να επηρεάσει την υγεία εξαιτίας του αντίκτυπου που έχει στο βιολογικό ρολόι του οργανισμού», δήλωσε η πρόεδρος της Επιτροπής δρ Μαρί-Πιερ Σαίντ Όντζ, αναπληρώτρια καθηγήτρια Διατροφικής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της πόλης της Νέας Υόρκης.

«Πειράματα σε ζώα έδειξαν πως όταν λαμβάνουμε τροφή σε ώρες που ο οργανισμός κανονικά θα έπρεπε να είναι αδρανής, όπως τη νύχτα, ξαναρυθμίζεται το βιολογικό ρολόι με τρόπο που αλλάζει τον μεταβολισμό των τροφίμων, με συνέπεια μεγαλύτερη αύξηση του σωματικού βάρους, αντοχή στην ινσουλίνη και φλεγμονή».

Σύμφωνα με την δήλωση της ΑΗΑ, ο προγραμματισμός και η συχνότητα των γευμάτων σχετίζονται επίσης με την υπέρταση και με την αυξημένη χοληστερόλη στο αίμα.

Η εταιρεία τονίζει ακόμα ότι παρότι έχει σημασία η ακολούθηση μιας υγιεινής διατροφής, με άφθονα φυτικής προελεύσεως και μη επεξεργασμένα τρόφιμα και λίγο κόκκινο κρέας, ζάχαρη και αλάτι, μόνο αυτή δεν αρκεί για την διαφύλαξη της υγείας.

«Ο προσεκτικός σχεδιασμός τόσο του τι θα φάμε όσο και πότε, μπορεί να καταπολεμήσει και την κατανάλωση φαγητού για συναισθηματικούς λόγους, η οποία ωθεί πολλούς ανθρώπους στην κατανάλωση πολλών θερμίδων από τρόφιμα με χαμηλή θρεπτική αξία», πρόσθεσε η δρ Σαιντ Όνζε.

Πηγή : Web Only